Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

6 Οκτωβρίου 2013 – Συνέντευξη με τη σκηνοθέτιδα και θεατρολόγο Γεωργία Μαυραγάνη



Γεωργία Μαυραγάνη: « …αυτό το επάγγελμα μου προσφέρει τη δυνατότητα να εκφράσω πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα εκφράσω διαφορετικά»
Της Ηλιάνας Λυμπεράτου

Ήταν ένα κυριακάτικο απόγευμα, στις 6 Οκτωβρίου, όταν συζήτησα με τη σκηνοθέτιδα-θεατρολόγο Γεωργία Μαυραγάνη. Η συνάντησή μας έλαβε χώρα στην Αγορά Αργύρη, όπου και η σκηνοθέτης μου παραχώρησε τη συνέντευξη στον απόηχο ενός καλλιτεχνικού workshop στο οποίο και συμμετείχα μαζί με άλλους συμμαθητές μου. Η σκηνοθέτιδα δεν αρνήθηκε να μου απαντήσει σε κάποιες από τις ερωτήσεις μου, ακόμα και στις πιο «πικάντικες» και στις  πιο προσωπικές. Ευδιάθετη και με μεγάλη αίσθηση του χιούμορ,  μου αφιέρωσε αρκετή ώρα στη κουβέντα μας. Ήταν μια πραγματικά απολαυστική εμπειρία



-Πείτε μου λίγα λόγια για τον εαυτό σας.
Έχω σπουδάσει στο παιδαγωγικό τμήμα δημοτικής εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Πατρών, έπειτα έδωσα κατατακτήριες και σπούδασα θεατρολογία στην Αθήνα. Παράλληλα άρχισα να δουλεύω ως βοηθός σκηνοθέτη. Δούλεψα με σημαντικούς σκηνοθέτες, τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Μιχαήλ  Μαρμαρινό, τον Θοδωρή Γκόνη, τον Γιάννη Μόσχο, την Βίκυ Γεωργιάδου και αρκετούς άλλους. Από το 2004 ξεκίνησα να σκηνοθετώ τις δικές μου παραστάσεις. Τον πρώτο καιρό ασχολήθηκα κυρίως με το λεγόμενο διαδραστικό θέατρο στο οποίο χρησιμοποιούσα αρκετά και την ζωντανή μουσική καθώς και live electronics, δηλαδή πράγματα  που ηχογραφούνταν εκείνη την ώρα στην σκηνή και μετατρέπονταν κάτι σαν αυτοσχεδιασμός. Σιγά- σιγά άρχισα να απομακρύνομαι από το θέατρο της διάδρασης και να κάνω θεάματα στα οποία υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση από το κοινό, ένα πιο κλασσικό θέατρο. Δουλεύω πλέον το γκροτέσκο πειράζοντας τον χρόνο, τον χώρο κ.τ.λ.

-Πώς ορίζεται το επάγγελμά σας και ποίες είναι οι παραλλαγές του;
Καταρχήν υπάρχουν οι σκηνοθέτες του σινεμά. Έπειτα είναι οι σκηνοθέτες του θεάτρου οι οποίοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορείς να μεταπηδήσεις από την μία στην άλλη.  Υπάρχουν οι σκηνοθέτες οι οποίοι ανεβάζουν κλασσικά έργα, ήδη γραμμένα από κάποιον άλλον συγγραφέα, ή έργα τα οποία έχουν γραφεί από αυτούς.  Είναι υπεύθυνοι να επιλέξουν τους ηθοποιούς, να κάνουν τη δική τους ανάγνωση στο έργο, δηλαδή το τι θέλει να πει αυτό το έργο και να βοηθήσουν τους ηθοποιούς στο να υποδυθούν αυτούς τους ρόλους κ.τ.λ. Υπάρχει όμως και η άλλη κατηγορία σκηνοθετών η οποία ασχολείται με έργα τα οποία φτιάχνει με την ομάδα του, οι οποίες παραστάσεις μπορεί να ξεκινάνε από το μηδέν, να συνάπτονται από μια ιδέα, μια έννοια ή καμιά φορά κι από το τίποτα, απλώς να κάνει κανείς μια παράσταση. Αυτό το θέατρο ονομάζεται devised  δηλαδή αυτοσχέδιο, μπορούμε να το πούμε performance. Αυτές είναι οι παραλλαγές.

-Εσείς ποιά παραλλαγή υπηρετείτε και γιατί;
Έχω ασχοληθεί και με τα δύο είδη, περισσότερο όμως με την performance και το θέατρο που ξεκινάει από το μηδέν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω κάνει και κλασσικές παραστάσεις. Ο λόγος είναι ότι με ενδιαφέρει να αισθάνομαι πιο πολύ δημιουργός όταν ξεκινάω κάτι, με ενδιαφέρει να το φτιάχνω από την αρχή μαζί με τους ηθοποιούς μου. Βασική μου ιδέα είναι ο στοχασμός πάνω στη σκηνή, δηλαδή το τι αξίζει να δείξει κανείς στους ανθρώπους από κάτω. Αυτό δεν μπορώ να το εκφράσω μέσα από ένα ήδη γραμμένο έργο και για αυτό ξεκινάω από το μηδέν.

-Ποία στοιχεία προσωπικότητας και ποιές συγκεκριμένες δεξιότητες θεωρείτε πως είναι χρήσιμα για αυτό το επάγγελμα;
Είναι σημαντικό να μπορεί να διαισθανθεί και να συναισθανθεί τους συνεργάτες του. Είναι μια ομαδική δουλειά, και ο σκηνοθέτης είναι αυτός που ουσιαστικά θα δώσει τον τόνο του πράγματος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ηγείται κατά κάποιον τρόπο της ομάδας. Είναι σημαντικό να μπορεί να διεισδύει στην προσωπικότητα και στη ψυχοσύνθεση του κάθε ηθοποιού και κάθε συνεργάτη. Απαιτεί πολλή δουλειά και πρέπει να κάνεις αρκετές παραστάσεις για να μπορέσεις να πεις ότι είσαι σκηνοθέτης μετά από κάποιο σημείο.

-Ποια ήταν τα ερεθίσματα που είχατε στην παιδική ή εφηβική σας ηλικία που σας ώθησαν σε αυτό το επάγγελμα;
Γενικά ως παιδί αισθανόμουν μοναξιά. Ως έφηβος πίστευα όπως οι περισσότεροι ότι είμαι ιδιαίτερη, διαφορετική από τους άλλους κ.τ.λ. Αγαπούσα και αγαπώ ακόμα την ποίηση και πιο πολύ με αυτό θα ήθελα να ασχοληθώ, αλλά αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο, και για να πω την αλήθεια, το θέατρο μου φάνηκε πιο εύκολο. Εκείνο που θυμάμαι χαμογελώντας, απ’ όταν ήμουν έφηβη, είναι ότι είδα κάποιες παραστάσεις στο Αγρίνιο,  δύο με τρεις μονολόγους του Καμπανέλη, κάτι που τώρα άμα το έβλεπα δε θα μου έκανε εντύπωση, άλλα τότε μου είχε κάνει. Έτσι είπα ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό!

-Δηλαδή δεν ασχολείται κανένας από το οικογενειακό σας περιβάλλον με το θέατρο;
Όχι κανένας. Αν ασχολούνταν θα ήταν υπέρ μου.

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη επαγγελματική σας επιτυχία και ποια αποτυχία αντίστοιχα.
Εξαρτάται τι εννοούμε λέγοντας επιτυχία και αποτυχία. Εμπορική επιτυχία και ταυτόχρονα ωραία παράσταση ήταν μία από τις αρκετά πρώτες μου παραστάσεις. Μια μικρή performance η οποία παιζόταν σ’ ένα μπαρ.  Ήταν βασισμένη σε ένα κείμενο του Χαρούκι Μουρακάμ, το «Όταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα», μια αρκετά ρομαντική παράσταση η οποία προβλεπόταν να παιχτεί 3-4 φορές. Παρόλα αυτά συνεχίστηκε 3-4 χρόνια κάνοντας περιοδείες σε διάφορα μέρη! Πήγε πολύ καλά! Ακόμα ζητείται να ανεβεί αλλά δεν έχω διάθεση. Αυτή ήταν εμπορική επιτυχία. Καλλιτεχνική επιτυχία παρόλο που δε κατάφερε να ξαναπαιχτεί ήταν μια παράσταση  την οποία κάναμε στο θέατρο «ΕΜΠΡΟΣ» με το Κώστα Κουτσολέλο και λεγόταν  «Τριγμός» Ήταν μια «βουβή» παράσταση. Είχε μόνο ήχους και κάτι θραύσματα από λέξεις. Τέλος, άλλη μία ακόμα εξαιρετική εμπειρία για εμένα ήταν η παράσταση που έκανα πέρυσι με μία ομάδα εφήβων η οποία απέδωσε πολύ, καθώς είχα την ευκαιρία να γράψω το κείμενο. Αποτυχία είναι το ότι δεν έχω καταφέρει ακόμα να ζω απ’ αυτή τη δουλειά. Μέσα μου μπορεί να λέω ότι χρειάζεται υπομονή κ.τ.λ. αλλά το θεωρώ πρόβλημα.


-Τι σας προσφέρει και τι σας στοιχίζει σ’ αυτό το επάγγελμα;
Αυτό το επάγγελμα μου προσφέρει τη δυνατότητα να εκφράσω πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα εκφράσω διαφορετικά, πράγματα που ίσως καμιά φορά να μην μπαίνουν σε λέξεις. Έχω κάτι δημιουργικό να περάσω την ώρα μου, κάτι από το οποίο νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν. Τι μου στοιχίζει; Στην Ελλάδα είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα όπου δεν υπάρχει καθόλου στήριξη και ιδιαίτερα τώρα που έχουν σταματήσει οι επιχορηγήσεις. Κάθε φορά ανεξάρτητα από το αν είχες κάνει προηγούμενη επιτυχία είναι σαν να ξεκινάς από την αρχή και αυτό είναι πολύ κουραστικό.

-Σας έχει ενοχλήσει ποτέ κάτι από ανθρώπους με τους οποίους έχετε συνεργαστεί;
Μέχρι τώρα σε μία δουλειά έτυχε να έχω μία προστριβή με κάποιους ηθοποιούς γιατί κάθε ομαδική δουλειά έχει τις δυσκολίες και τις ευκολίες της. Από την μία ο ένας τροφοδοτεί τον άλλον, από την άλλη υπάρχουν και εντάσεις, ισχυρές διαφωνίες, ανάγκη υποχωρήσεων κ.τ.λ. Μπορεί το αποτέλεσμα αυτού που φανταζόσουν, λόγω τέτοιων πιθανών καταστάσεων να προκύψει διαφορετικό από τις προσδοκίες σου. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που με έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα.

-Ποιο είναι το κίνητρό σας για ένα πετυχημένο επαγγελματικό αποτέλεσμα;
Πάντα θέλω ό,τι κάνω να αξίζει, να είναι καλό. Βέβαια εξαρτάται τι εννοεί ο καθένας «καλό». Σιγά- σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι καλό για εμένα είναι σαφώς να έχει ανταπόκριση από τον κόσμο αλλά να είναι έτσι όπως το έχω φανταστεί, να έχει δηλαδή νόημα το έργο μου. Για αυτό κάθε φορά προσπαθώ να πλησιάσω περισσότερο αυτό που θέλω να βγάλω προς τα έξω. Πολλές φορές επειδή έχω απογοητευτεί λόγω δυσκολιών κυρίως οικονομικών, οι ηθοποιοί μου, μου δίνουν κουράγιο, δηλαδή, αν έχω κουραστεί, εκείνοι με τροφοδοτούν.

-Υπήρξε ποτέ κάποιος σκηνοθέτης τον οποίον θαυμάζατε και θα θέλατε να μοιάσετε;
Φυσικά, υπάρχουν σκηνοθέτες τους οποίους εκτιμώ πάρα πολύ, ένας από αυτούς, τον οποίο είχα πολλά χρόνια ως πρότυπο, είναι ο Bob Wilson. Είναι ένας τεράστιος σκηνοθέτης, και γνωρίζω πώς ούτε το μικρό του δαχτυλάκι δεν μπορώ να φτάσω. Είναι αμερικάνος σκηνοθέτης, ο οποίος άλλαξε όλο το σύγχρονο θέατρο κατά πολύ. Επίσης με έχουν επηρεάσει σαφώς και άλλοι σκηνοθέτες που ήταν και δάσκαλοί μου, όπως ήταν ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Εκτιμώ επίσης πολύ σκηνοθέτες της γενιάς μου, ακόμα και μικρότερους σε ηλικία σε μεγάλο βαθμό.  Ένας νεαρός σκηνοθέτης ο οποίος ανεβάζει πιο κλασσικά έργα αλλά είναι πολύ καλός είναι ο Δημήτρης Καρατζάς, τον οποίο θεωρώ πολύ ταλαντούχο. Αυτό που με επηρέασε από τον Bob Wilson είναι ότι έκανε θέατρο με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Όταν ήταν μικρός ήταν τραυλός και κατάφερε να θεραπευτεί παρακολουθώντας κάποια μαθήματα χορού, στοχευμένα στην αργή κίνηση. Όταν είδα για πρώτη φορά παράστασή του, σε βίντεο  βέβαια καθώς δεν είχε έρθει ακόμα στην Ελλάδα, εκστασιάστηκα γιατί αισθάνθηκα ότι είδα κάτι ονειρικό. Δεν  το περίμενα, είδα έναν άλλο κόσμο πάνω στη σκηνή. Αυτό πιστεύω ότι είναι απαραίτητη ιδιότητα για έναν σκηνοθέτη. Για να πεις ότι κάποιος είναι σκηνοθέτης  πρέπει επάνω στην σκηνή να σε μεταφέρει σ’ έναν άλλο κόσμο.

-Πώς πιστεύετε ότι συμβάλλει η ύπαρξη της μουσικής και του χορού σε ένα έργο;
Πλέον το θέατρο έχει εξελιχθεί τόσο, ώστε μια παράσταση χορού ή μουσικής μοιάζει με θέατρο. Αυτά τα τρία στοιχεία συνεργάζονται μεταξύ τους και συνυπάρχουν στις παραστάσεις πολύ έντονα, όπου ο διαχωρισμός τους είναι ξεπερασμένος. Κάθε παράσταση έχει το δικό της κανόνα. Μπορεί να χρειάζεται πολλή μουσική ή καθόλου, εξαρτάται από την παράσταση · αυτή σου υποβάλλει το τι θα κάνεις. Παρόλα αυτά και τα τρία στοιχεία είναι σαν ένα.

-Σε εποχή οικονομικής κρίσης ποιός πιστεύετε ότι πρέπει να είναι ο ρόλος του κράτους απέναντι στις τέχνες;
Κάτι που με έχει θυμώσει πολύ με ορισμένους συναδέλφους είναι ότι υιοθετούν την αντίληψη πώς τώρα που ο κόσμος πεινάει δεν πρέπει να πηγαίνουν  λεφτά στην τέχνη. Ο κόσμος όμως δεν έχει ανάγκη  μόνο το ψωμί. Ακόμα και από το γεγονός ότι θα ανοίξει την τηλεόραση, κάτι το οποίο δεν εκτιμώ, αλλά αυτό δείχνει ότι έχει την ανάγκη να δει μια ιστορία, δηλαδή να παραμυθιαστεί με κάτι. Για αυτό πιστεύω ότι το κράτος θα έπρεπε να ενισχύει πάρα πολύ τις τέχνες. Δεν νομίζω ότι το θέλει αυτήν την περίοδο, και τις προηγούμενες υπήρχε πρόβλημα αλλά τώρα είναι πολύ πιο έντονο. Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω ότι κάποια στιγμή άρχισαν να βγαίνουν κάτι φοβερά νούμερα, ότι ο  τάδε σκηνοθέτης πήρε τόσα πολλά λεφτά, αυτή την πολύ μεγάλη επιχορήγηση κ.τ.λ. Εκείνο όμως που δεν λεγόταν από τα μέσα ήταν ότι όταν κάποιος έπαιρνε μια επιχορήγηση, π.χ. 100.000€,  δεν τα έπαιρνε για να τα βάλει στην τσέπη του. Πίσω απ’ αυτόν υπήρχαν πάρα πολλοί εργαζόμενοι όπως ηθοποιοί, σκηνογράφος, ταξιθέτρια, τεχνικοί, φωτιστές, ηλεκτρολόγοι και πάρα πολλοί άλλοι. Αυτά τα χρήματα μοιράζονταν σε πάρα πολλούς ανθρώπους, δεν τα έπαιρνε μόνο ένας.

-Τι συμβουλή θα δίνατε σε όποιον θα ήθελε να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα; Πιστεύετε ότι ακόμα δίνονται ευκαιρίες στην Ελλάδα ή θα πρέπει να έχει πιο υψηλούς στόχους κάποιος για να πετύχει;
Μετά λύπης μου θα του έλεγα να φύγει. Να προσπαθήσει να κάνει σπουδές έξω και να παρουσιάσει την δουλειά του γιατί θα πάρει πιο ουσιαστική κριτική, άσχετα με το αν είναι αρνητική ή θετική, όπως ισχύει εδώ, γιατί αυτό δεν λέγεται κριτική. Στο εξωτερικό επιπλέον υπάρχει οικονομική υποστήριξη. Εκτός αν κάποιος επιθυμεί να παίξει στην τηλεόραση, κάτι το οποίο πλέον νομίζω ότι ούτε αυτό γίνεται.

-Ποιά είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Έχω κάνει μία αίτηση για μία performance πάνω στο αίνιγμα της σφήκας και το τρίτο στάσιμο από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».  Περιμένω να δω αν θα γίνει δεχτή αυτή η πρόταση. Επίσης ετοιμάζω μια παράσταση με αφορμή «Το κτίσμα» του Φραντς Κάφκα που θα παρουσιαστεί στην Αθήνα για λίγες παραστάσεις.